Ηλεκτρονική Τιμολόγηση: Αλήθεια ή Πλάνη

inoice

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του Ν. 4701/2020 έχουν ειδικά φορολογικά κίνητρα όσοι εφαρμόζουν την Ηλεκτρονική Τιμολόγηση μέσω παρόχου. Στον “κόσμο των επιχειρήσεων” δόθηκε η εικόνα ότι η Ηλεκτρονική Τιμολόγηση πλέον “είναι εδώ”. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα; Δυστυχώς όχι. Τα δεδομένα έχουν ως εξής:

Στο άρθρο 14 του Ν. 4308/2014 ορίστηκε ότι: “Ηλεκτρονικό τιμολόγιο, συμπεριλαμβανομένου του στοιχείου λιανικής πώλησης, είναι οποιοδήποτε τιμολόγιο περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα νόμο και το οποίο έχει εκδοθεί και ληφθεί σε ηλεκτρονική μορφή”.

Στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η αυθεντικότητα των ηλεκτρονικών τιμολογίων θα διασφαλίζεται: α) με τη δημιουργία ασφαλών ηλεκτρονικών υπογραφών, β) με την Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων (EDI), όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της σύστασης 1994/820/ΕΚ της Επιτροπής και γ) με τη χρήση φορολογικών μηχανισμών του Ν. 1809/1988 (Πιστοποιημένοι Φορολογικοί Μηχανισμοί / Ταμειακές Μηχανές).

Με το άρθρο 149 του Ν. 4601/2019 ο νομοθέτης έγινε σαφέστατος ορίζοντας το”ηλεκτρονικό τιμολόγιο”: τιμολόγιο που έχει εκδοθεί, διαβιβαστεί και παραληφθεί σε διαρθρωμένη ηλεκτρονική μορφή, η οποία επιτρέπει την αυτόματη και ηλεκτρονική επεξεργασία του,..”.

Συνεπώς Ηλεκτρονική Τιμολόγηση σημαίνει “Ανταλλαγή δεδομένων (data)” και σε καμιά περίπτωση ανταλλαγή εγγράφων έστω και ηλεκτρονικά (pdfκ.λπ.). Για να καταστεί δυνατή μια τέτοια ανταλλαγή δεδομένων ο νομοθέτης ανατρέχει στο “ευρωπαϊκό πρότυπο έκδοσης ηλεκτρονικών τιμολογίων” το οποίο και ενσωμάτωσε στο εθνικό σύστημα τυποποίησης (ΕΛΟΤ ΕΝ 16931-1: 2017 και ΕΛΟΤ CEN/TS 16931-2:2017).

Με την ψήφιση του Ν. 4646/2019 συμπεριλήφθηκαν στις διαδικασίες αυθεντικοποίησης των ηλεκτρονικών παραστατικών και η έκδοση Παραστατικών μέσω παρόχου (Υ.ΠΑ.Η.Ε.Σ).

Ενώ λοιπόν μετά την ολοκλήρωση της σχετικής νομοθεσίας θα έπρεπε να επιταχυνθεί η διαδικασία καθιέρωσης του Μορφότυπου του Ηλεκτρονικού Τιμολογίου, ξαφνικά ψηφίζεται το άρθρο 48του Ν. 4701/2020 με το οποίο δίνονται φορολογικά κίνητρα μόνο σε όσους επιτηδευματίες συνεργάζονται με πάροχο για την έκδοση των Παραστατικών και για να μην υπάρξει καμιά παρερμηνεία στην παράγραφο 3.1 της Απόφασης Α 1035/2020 διευκρινίζεται ότι: “Όλα τα τιμολόγια ή στοιχεία λιανικής πώλησης, που εκδίδονται και αυθεντικοποιούνται με τη χρήση υπηρεσιών παρόχου ηλεκτρονικής έκδοσης παραστατικών πωλήσεων, θεωρούνται ηλεκτρονικά τιμολόγια ή ηλεκτρονικά στοιχεία λιανικής πώλησης, αντίστοιχα, και αναφορικά με την έκδοση και αυθεντικοποίηση αυτών, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 4308/2014”.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι αντί για Ηλεκτρονική Τιμολόγηση να έχουμε αυθεντικοποίηση παραστατικών “μέσω ολίγων”. Αντί για αποστολή δεδομένων (Data) μεταξύ εκδότη και λήπτη να αποστέλλονται ψηφιοποιημένα παραστατικά (άρα χρειάζεται ξανά η εκτύπωση τους κ.λπ.) που φέρουν έναν σειριακό αριθμό για την αυθεντικοποίησή τους. Όλα τα παραπάνω με φορολογικά κίνητρα.

Αν όμως το θέμα ήταν να εκδίδονται – γενικά – αυθεντικοποιημένα μηχανογραφημένα παραστατικά και όχι η πραγματική Ηλεκτρονική Τιμολόγηση, τότε δε χρειάζονταν να δημιουργηθεί ένα “ολιγοπώλιο” στην αγορά και μάλιστα με φορολογική “προίκα”.

Θα μπορούσε το Υπουργείο να επαναφέρει σε ισχύ τις – σε εθελοντική βάση για τις επιχειρήσεις –διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του Ν. 1809/1988 που καταργήθηκε έμμεσα με το άρθρο 51 του Ν. 4223/2013 και αφορούσαν την έκδοση αυθεντικοποιημένων μηχανογραφημένων παραστατικών από πιστοποιημένους φορολογικούς μηχανισμούς συνδεδεμένους στους Η/Υ και παράλληλα να υπενθυμίσει στους επιτηδευματίες ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 4308/2014 μπορούν είτε να αναθέσουν την έκδοση των τιμολογίων σε τρίτους είτε να τα εκδίδουν οι ίδιοι “μέσω τρίτων”, δηλαδή μέσω των παρόχων.

Σ’ αυτή την περίπτωση θα είχαμε: α) εξάλειψη του ολιγοπωλίου, μια και κατασκευαστές πιστοποιημένων φορολογικών είναι πολύ περισσότεροι, β) μείωση της δαπάνης έκδοσης αυθεντικοποιημένων παραστατικών, γιατί το κόστος εγκατάστασης ενός φορολογικού μηχανισμού είναι πολλαπλάσια μικρότερη της αμοιβής των παρόχων και γ) περισσότερες επιχειρήσεις ενταγμένες στο καθεστώς έκδοσης αυθεντικοποιημένων παραστατικών, αφού θα μπορούσε αυτόματα να ενταχθεί κάθε επιχείρηση που διαθέτει σχετικό μηχανογραφικό σύστημα.

Με επανεγκατάσταση των φορολογικών μηχανισμών έκδοσης Τιμολογίων η φορολογική διοίκηση θα μπορούσε να επιβάλλει την άμεση σύνδεση αυτών με το taxis(όπως το πράττει με τις Ταμειακές Μηχανές) και να έχει – επιπλέον – άμεση πληροφόρηση για τις λαμβάνουσα χώρα χονδρικές συναλλαγές από την πλειονότητα των επιχειρήσεων.

Όλα τα παραπάνω μπορούν να γίνουν χωρίς να ακυρωθεί η υφιστάμενη δυνατότητα συνεργασίας όποιας επιχείρησης επιθυμεί με πάροχο.

Επειδή όμως η Ηλεκτρονική Τιμολόγηση είναι μια αναγκαιότητα που θα επιφέρει α)τη μείωση κόστους λειτουργίας των λογιστηρίων, β) την αύξηση της ταχύτητας των συναλλαγών λόγω της άμεσης αλληλοενημέρωσης των συναλλασσόμενων και γ) την προστασία του περιβάλλοντος γιατί, θα περιορίσει τη χρήση του χαρτιού, εφόσον η φορολογική διοίκηση πραγματικά επιθυμεί να την προωθήσει, τότε πρέπει άμεσα να προβεί σε καθιέρωση του Μορφότυπου του Ηλεκτρονικού Τιμολογίου για τις συναλλαγές στον Ιδιωτικό τομέα, όπως έκανε με την ΚΥΑ 63446/2021 στις 31-5-2021 για τις συναλλαγές με το Δημόσιο.

Υ.Γ.: Η Ηλεκτρονική Τιμολόγηση προβλέπεται νομοθετικά στη χώρα από το 2012 (ΚΦΑΣ ν.4093/2012) και στα Ευρωπαϊκά κείμενα σίγουρα από το 2001 (Οδηγία 2001/115/ΕΚ του Συμβουλίου,) αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκε.

* Ο κ. Δημήτρης Πανοζάχος είναι MscΟικονομολόγος – Φοροτεχνικός Σύμβουλος, Δ/νων Σύμβουλος της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε.

 

Πηγή: capital.gr του Δημήτρη Πανοζάχου